Αντικείμενα σε Κίνηση

Τι αντικείμενα έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα μετά τον Αύγουστο του 1922;

Προσφυγοπούλες από τη Μικρά Ασία σε πλοίο φθάνουν στον Πειραιά / Συλλογή Πέτρου Πουλίδη, Φωτογραφικό Αρχείο ΕΡΤ
Αντικείμενα:
Προέλευση:
SCROLL
SCROLL
001

Ένα ούτι από το Προκόπι της Καππαδοκίας

Ο Βασίλης Καπτάνογλου γεννήθηκε στο Προκόπι της Καππαδοκίας το 1907. Στις αρχές του 1922 έφτασε στον Πειραιά με την μητέρα του και έμεινε μαζί με την οικογένεια του αδερφού του, που είχε φτάσει λίγους μήνες νωρίτερα, σε αυτοσχέδια παραπήγματα στα Ταμπούρια. Σε όλη του τη ζωή έπαιζε ούτι, το ούτι που έφερε μαζί του από το Προκόπι.

002

Η εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου

Στις παράγκες των Ταμπουρίων ο Βασίλης Καπτάνογλου γνώρισε την Ελένη Δήμου από τη Χηλή του Εύξεινου Πόντου. Πρόσφυγας και η ίδια είχε φτάσει στην Ελλάδα με τον πατέρα και τις δύο αδελφές της. Η εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου που ήρθε από το Προκόπι ή τη Χηλή αποτελεί ένα αντικείμενο τεράστιας συναισθηματικής αξίας για τους απογόνους τους.

003

Το φανάρι από το Σούγκουρλου και η γέννα

Ο Γιώργος Παπαγιοβάνογλου καταγόταν από το Σούγκουρλου και ασχολούνταν με το εμπόριο μαλλιού. Με την έναρξη των εχθροπραξιών στη Μικρά Ασία βρήκε καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης. Παντρεύτηκε με την Ταρσή Βλησίδου. Το 1943 ο γάμος έφερε δίδυμα. Τα βράδια στην κατεχόμενη πόλη υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας και συσκότιση. Με το φανάρι που η οικογένεια είχε φέρει από το Σούγκουρλου, η Ταρσή μαζί με τη γειτόνισσα πήγε στην κλινική Αναγνωστάκη, όπου και γέννησε.

004

Η οικοσκευή των Παπαγιοβάνογλου

Ο Γιώργος Παπαγιοβάνογλου, με την έναρξη των εχθροπραξιών στη Μικρά Ασία βρήκε καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας στο Σούγκουρλου τους δύο γιους του, οι οποίοι ενώθηκαν στη συνέχεια με την υπόλοιπη οικογένεια. Αφού πούλησαν όλο το απόθεμα μαλλιού ήρθαν στη Θεσσαλονίκη με μεγάλη οικοσκευή και αποταμιεύσεις σε τράπεζες της Αγγλίας. Στην πόλη εγκαταστάθηκαν σε μεγάλο τούρκικο σπίτι στην πλατεία Τερψιθέας στην Άνω Πόλη, το οποίο αγόρασαν.

005

Ταπισερί από το Σούγκουρλου

Ο Οδυσσέας Παπαϊωάννου, το ένα από τα δίδυμα εγγόνια του Γιώργου Παπαγιοβάνογλου, μεγάλωσε στην Άνω Πόλη στο σπίτι της πλατείας Τερψιθέας, μέσα σε ένα πλούσιο περιβάλλον αλλά περιτριγυρισμένος από μεγάλη φτώχεια η οποία διαμόρφωσε την προσωπικότητά του. Για κάποια χρόνια έφυγε από το σπίτι. Εγκαταστάθηκε όμως πάλι σε αυτό, το συντήρησε και διέσωσε μέρος της οικοσκευής που είχε φέρει η οικογένεια του παππού του, ανάμεσα σε αυτά μια ταπισερί με ανατολίτικα θέματα.

006

Δύο πέτρινες μήτρες ψαρέματος από το Εγγλεζονήσι

Ο Γεώργιος Τρέχας και ο Κωνσταντίνος Ρασπίτσος γεννήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα στο Εγγλεζονήσι της Μικράς Ασίας, ενα μικρό νησί στον κόλπο της Σμύρνης με πληθυσμό γύρω στις 2.500 ανθρώπους, κυρίως χριστιανούς. Και οι δύο δούλευαν από πολλοί μικροί ως ψαράδες για να συντηρήσουν τις οικογένειες τους. Δυο πέτρινες μήτρες για αγγίστρια, τι οποίες σήμερα έχει ο εγγονός του Γιώργου, Κωνσταντίνος Τρέχας, αποτελούν δύο από τα λιγοστά υπάρχοντα που έφεραν μαζί τους.

007

Μνήμες από το Εγγλεζονήσι

Ο Γεώργιος Τρέχας, μαζί με το μικρό γιο του Δημήτρη και ο Κωνσταντίνος Ρασπίτσος ξανασυνατήθηκαν στον αυτοσχέδιο προσφυγικό συνοικισμό της Δραπετσώνας όπου και ξαναδημιούργησαν τις ζωές τους Νέα σπίτια, νέα καΐκια, νέες ζωές. Μια ξύλινη εικόνα της Παναγίας που σήμερα έχει  στην κατοχή του ο εγγονός τους Κωνσταντίνος Τρέχας αποτελεί ένα από τα λιγοστά υπάρχοντα που έφεραν μαζί τους.

008

Το χαλί της οικογένειας Παπαδοπούλου

Αντικείμενα που οι πρόσφυγες μετέφεραν μαζί από την πατρίδα τους παρέμειναν χρηστικά για πολλά χρόνια. Ένα χαλί από τα Σούρμενα του Πόντου ως χαλί αρχικά και ως επιτοίχια μπάντα σήμερα 100 χρόνια μετά.

009

Το σαμοβάρι από τα Σούρμενα του Πόντου

Αντικείμενα που οι πρόσφυγες μετέφεραν μαζί από την πατρίδα τους παρέμειναν χρηστικά για πολλά χρόνια και συνέχισαν τη «ζωή» τους με μία ελαφριά αλλαγή χρήσης. Ένα σαμοβάρι ως μουσλούκι (τενεκεδένιο δοχείο για αποθήκευση νερού) έφερε μαζί της η οικογένεια Παπαδοπούλου από τα  Σούρμενα του Πόντου.

010

Μια ζαχαριέρα από τη Μήδεια

Η Ντίνα Παπαδοπούλου δεν έχει τίποτα από τη γιαγιά της τη σμυρνιά. Έφυγαν βιαστικά και μάλλον δεν πρόλαβαν να πάρουν πράγματα μαζί τους παρά μόνο λίρες ραμμένες μέσα στα ρούχα. Όταν, όμως, πέθανε η άλλη της γιαγιά, η Άρτεμη, και το σπίτι διαλύθηκε η Ντίνα ζήτησε και πήρε μια μικρή πορσελάνινη ζαχαριέρα, μοναδικό υλικό κατάλοιπο της οικογένειας και της ζωής που άφησαν πίσω τους.

011

Η καθημερινή γυναικεία φορεσιά της Συνασού

Οι γυναίκες της Συνασού έφεραν μαζί τους τον Οκτώβριο του 1924 τις παραδοσιακές του φορεσιές, είχαν άλλωστε μεγάλη συναισθηματική και υλική αξία για τις ίδιες. Κάποιες τις φόρεσαν τα πρώτα τους χρόνια στην Ελλάδα, πριν «κρυφτούν» στις ντουλάπες του, για να παραχωρηθούν, συνήθως από του απογόνους τους στο Μουσείο του Σωματείου «Η Νέα Σινασός», όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα.

012

Η επίσημη γυναικεία φορεσιά της Συνασού

Οι γυναίκες της Συνασού δεν χόρευαν σε δημόσιους χώρους, παρά μονάχα σε ιδιωτικές γιορτές στα σπίτια τους και πάντα συνοδευόμενες από τους πατεράδες ή τους συζύγους τους. Στις γιορτές αυτές και σε άλλες επίσημες εκδηλώσεις και γιορτές φορούσαν την παραδοσιασή «καλή τους» φορεσιά.

013

Χειροποιήτο αρχαλέτσι

Οι νεαρές συνασίτισσες έφταναν στις κρήνες για να γεμίσουν τις στάμνες του με νερό που χρειάζονταν για την καθημερινή λειτουργία του σπιτιού τους. Για να προστατεύσουν από την φθορά τις φορεσιές τους που χρειάζονταν πολύ χρόνο και κόπο για να φτιαχτούν, τοποθετούσαν στον δεξί τους ώμο, το αρχαλέτσι, ένα χειροποίητο υφασμάτινο προστατευτικό που συνήθως δημιουργούσαν μόνες τους.

014

Kαι μερικά αρχαλέτσια ακόμα

Το αρχαλέτσι ήταν άλλοτε πιο πλουμιστό και άλλοτε λιγότερο, με σχέδια, κεντήματα, φυλαχτά, χάντρες ή άλλα στολίδια. Η καθημερινή του χρήση, αλλά και το γεγονός ότι αποτελούσε ένα κομμάτι που μπορούσε να αποσπαστεί από την γυναικεία ενδυμασία έδινε στις δημιουργούς του την ελευθερία να σχεδιάσουν ένα έντονο αρχαλέτσι που θα συνοδεύει την παραδοσιακή γυναικεία ενδυμασία που ήταν συνήθως αρκετά σοβαρή και συντηρητική ως προς τα σχέδια και τα χρώματα.

015

Τα κουταλάκια του γλυκού από το Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης

Η Χαρούλα Παναγιωτίδου έχει διατηρήσει αντικείμενα της οικογένειας της μητέρας της. Συνεχίζει ακόμη και σήμερα να χρησιμοποιεί όλα αυτά τα αντικείμενα στην καθημερινότητα της και να μοιράζεται την ιστορία τους με τα παιδιά και τα εγγόνια της σε μια προσπάθεια να διατηρήσει ζωντανή την ιστορία της οικογένειά της και τις μνήμες από το σπίτι, το χωριό και κυρίως τη ζωή που άφησαν πίσω τους.

016

Ένα κέντημα από το Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης

Η Χαρούλα Παναγιωτίδου έχει διατηρήσει αντικείμενα της οικογένειας της μητέρας της. Μία λευκή λινή μπάντα κεντημένη με πολύχρωμη μπορντούρα κι ένα κεντημένο πετσετάκι με φεστόνι γύρω-γύρω, ξεθωριασμένο και σχεδόν λιωμένο από τη χρήση.

017

Η Υπαπαντή του Κυρίου

Η Πηνελόπη Κουβαλά έφερε πολλές εικόνες από το Μυριόφυτο, ορισμένες μάλιστα μεγάλου μεγέθους. Τις περισσότερες τις αφιέρωσε σε ένα μικρό μοναστήρι που λειτουργούσαν καλόγριες κοντά στο σπίτι της οικογένειας στην Καλαμαριά.

018

Μια ραπτομηχανή από τη Σαμψούντα

Ο Αλέξανδρος Ουσταμπασίδης και ο Αναστάσιος Πολυχρονιάδης, έλαβαν ειδική άδεια από την Επαναστατική Κυβέρνηση και το υπουργείο Υγιεινής, ναύλωσαν ένα καΐκι και ξεκίνησαν από την Θεσσαλονίκη την προσπάθεια να ενώσουν ξανά τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής τους και να συνδράμουν στην μετέγκαταστασή τους στην Μακεδονία. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια, ο Αναστάσιος Πολυχρονιάδης βρήκε ξανά την οικογένειά του, την σύζυγο και τα δύο του παιδιά και επέστρεψαν όλοι μαζί στην Θεσσαλονίκη. Η σύζυγός του, Ελισάβετ Αλσάνογλου έφερε μαζί της μια ραπτομηχανή.

019

Από τη Σαμψούντα στη Θεσσαλονίκη

Η Ελισάβετ Αλσάνογλου έφερε μαζί της λιγοστά αντικείμενα που είχαν μεγάλη συναισθηματική ή χρηστική αξία, ενώ τα πιο πολύτιμα από τα τιμαλφή της τα είχε ήδη δώσει για να μπορέσει να «σωθεί» ο σύζυγός της. Στην κόρη της Μαρία πέρασαν μια ραπτομηχανή, μερικά κιλίμια, και ένα μικρό ασημένιο κουτάκι με τον Άγιο Γεώργιο. Αυτά σήμερα βρίσκονται στην κατοχή της εγγονής της Ελισάβετ, Μάρθας Καρπόζηλου.